CTC. Ή Σι Τι Ση, γκετ ιτ, γκετ ιτ; Δεν είμαστε εξοικειωμένοι με τον όρο urban gastronomy που το συγκεκριμένο εστιατόριο, πνευματικό παιδί του πολυβραβευμένου σεφ Αλέξανδρου Τσιοτίνη, χρησιμοποιεί για να περιγράψει τι είναι αυτό ακριβώς που προσφέρει, αλλά μετά την επίσκεψή μας εκεί πρόσφατα, είμαστε έτοιμοι να το δούμε ως συνώνυμο της εξαιρετικής κουζίνας. Και όχι μόνο… Κάπου στην αρχή της περιγραφής στο σάιτ, αναφέρεται η λέξη “εμπειρία” ως κλειδί γι’ αυτό που θέλει να προσφέρει στον πελάτη. Αν το experience economy είναι το τελευταίο μάντρα που πρέπει να υπηρετήσουμε προκειμένου να διαφοροποιήσουμε το προϊόν ή την υπηρεσία μας από την πλειάδα των εναλλακτικών, τότε το CTC έχει πετύχει διάνα. Γιατί όντως, πέραν της κουζίνας, την οποία έχουν κρίνει και διακρίνει οι επαΐοντες του χώρου, αυτό που αποκομίζει ο πελάτης είναι μία συνολική εμπειρία που ξεκινά με το πρώτο τηλεφώνημα για την κράτηση και τελειώνει με το φάκελο που παραλαμβάνει, ο οποίος αναφέρει το μενού αλλά και τα κρασιά που δοκίμασε. Nice touch, θα πει ο κυνικός αναγνώστης. Πολύ περισσότερο, θα πούμε εμείς που είμαστε αγνοί και ρομαντικοί και σ’ όποιον αρέσουμε μην το κάνουμε αμέρικαν μπαρ εδώ χάμου, διότι αυτή είναι μία μόνο από τις σκέψεις, ενέργειες, κινήσεις, λεπτομέρειες που συμβάλει στην συνολική εμπειρία. Είναι μία υπενθύμιση ότι οι ιθύνοντες του εστιατορίου έκαναν κάθε προσπάθεια να σκεφθούν και να προβλέψουν τα πάντα. Κι αυτό φαίνεται. Στις δύο περίπου ώρες που ήμαστε εκεί, δεν έγινε ούτε ένα μικρό φάουλ και ήταν χάρμα ιδέσθαι να παρατηρεί κανείς αυτή τη μηχανή να δουλεύει τόσο αρμονικά και αποτελεσματικά. Το menu degustation ήταν μαγικό και οι 4 Χρυσοί Σκούφοι και το αστέρι Michelin αποτελούν έμπρακτη απόδειξη αυτού. Μπορεί η μοριακή κουζίνα να έχει φανατικούς φίλους κι άλλους τόσους εχθρούς, όμως το γεγονός (για μας τουλάχιστον) παραμένει ότι οι γεύσεις ήταν φίνες και άριστα συνδυασμένες μεταξύ τους, παίρνοντας τον πελάτη σε μία πολύ γραφική γευστκή διαδρομή. Δεν θα πούμε τι και πώς γιατί αξίζει τον κόπο να το δοκιμάσει κάποιος και να βιώσει αυτή την αλληλουχία γεύσεων και παραστάσεων, αντί μίας λεκτικής περιγραφής. Αυτό που θα πούμε είναι ότι υπάρχει και μία ιδιαιτέρως ευρηματική αντιμετώπιση του θέματος “κρασί”, αφού ο πελάτης μπορεί να επιλέξει μία ομάδα συνοδευτικών κρασιών από ξένους αμπελώνες σε κλασικές επιλογές ή ελληνικούς αμπελώνες σε πιο φάνκυ επιλογές. Εμείς, επειδή είμαστε και φάνκυ τύποι άλλωστε, επιλέξαμε το δεύτερο και είχαμε την ευκαιρία ν’ απολαύσουμε κάποια λιγότερο γνωστά ελληνικά κρασιά που αποτελούν απόδειξη της ποιότητας και δυναμικής που έχει η εγχώρια οινοποιία. Το σέρβις ήταν άριστο, όπως άλλωστε είναι αναμενόμενο σε ένα εστιατόριο αυτού του στυλ, όμως αξίζει να ειπωθεί γιατί τίποτα δεν είναι δεδομένο, όσο αναμενόμενο κι αν είναι. Τελικά, φεύγοντας από το CTC αυτό που σου μένει δεν είναι η γεύση του φαγητού (μόνο), αλλά κυρίως η γλυκιά επίγευση της εμπειρίας.

Share This Story ...